Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ

                                ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ

                                     ΑΙΣΧΥΛΟΥ

                         ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ
Μετάφραση: Κ.Χ..ΜΥΡΗΣ


 Παρουσιάστηκε στους δραματικούς αγώνες το467 π. Χ. Αποτελούσε μέρος της τετραλογίας: Λάϊος,  Οιδίπους, Επτά επι Θήβας , και το σατυρικό δράμα  Σφίγγα
Διασώζεται μόνο η ΄΄Επτά  επί  Θήβας’’ Ανήκει  στον’’Μυθικό Θηβαϊκό Κύκλο’’
                             Ο  ΜΥΘΟΣ
Ο Κάδμος , ο ιδρυτής της πόλης των Θηβών , αφού σκότωσε τον δράκοντα ,γιό του Άρη, σπέρνει τα δόντια του στη γη απ’  όπου ξεπετάγονται οι πρώτοι κάτοικοι . Λεγόμενοι ΣΠΑΡΤΟΙ .Τίτλος τιμής για τους απογόνους τους.
Μετά τον Κάδμο, διαδοχικά βασιλεύουν στη Θήβα, ο Πολύδωρος,  ο Λάβδακος, ο Λάϊος,  ο Οιδίπους. Ο Λάϊος πήρε προφητεία από το μαντείο των Δελφών ότι αν αποκτήσει παιδί ,θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μάνα του.  Αψηφώντας την προφητεία, αποκτάει γιό , τον Οιδίποδα. Και η εξέλιξη ήταν αυτή που είχε προφητέψει  το μαντείο των Δελφών.
Ύστερα από χρόνια ο Οιδίπους συναντάει σ΄’  ένα τρίστρατο τον Λάιο, φιλονικούν κι’ ο Οιδίπους , χωρίς να ξέρει ότι ο Λάιος ήταν πατέρας του, τον σκοτώνει. Λύνει το αίνιγμα της σφίγγας που βασάνιζε το λαό της Θήβας, τον κάνουν βασιλιά, παντρεύεται την Ιοκάστη , τη χήρα του Λάιου, χωρίς να ξέρει ότι  ήταν μάνα του. Αποκτούν τέσσερα παιδιά. Αντιγόνη , Ισμήνη, Ετεοκλής, Πολυνείκης. Όταν του αποκαλύπτεται ,του Οιδίποδα, η αλήθεια, αυτοτυφλώνεται.
Σε γενικές γραμμές αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που συγκροτούν τον Θηβαϊκό Κύκλο
 Εκτός από τον Αισχύλο, αντλώντας διάφορα στοιχεία απ΄τον   ΘΗΒΑΪΚΟ  ΚΥΚΛΟ και οι δύο άλλοι  τραγικοί ποιητές ,  παρουσίασαν, με διαφορετική υπόθεση, συγκρότηση  στόχο, και με μεγάλη χρονική διαφορά απ ’αυτή του Αισχύλου, τραγωδίες: Σοφοκλής-Αντιγόνη—442/441, Οιδίπους Τύραννος---420,  Οιδίπους επι Κολωνό 410.
Ευριπίδης—Φοίνισσαι …410/408, Ικέτιδες  422        

                         ……………………………..
                  ΠΟΛΕΜΟΣ  ΓΙΑ  ΤΗΝ   ΕΞΟΥΣΙΑ
Πόλεμος για την εξουσία είναι το περιεχόμενο αυτής της τραγωδίας του Αισχύλου
Τα δυό παιδιά του Οιδίποδα, Ετεοκλής και Πολυνείκης ,διάδοχοι του θρόνου των Θηβών, συμφωνούν να βασιλεύουν ένα χρόνο εκ περιτροπής. Πρώτος βασίλεψε ο Ετεοκλής. Όταν τέλειωσε ο χρόνος της βασιλείας του ,αρνείται να παραδώσει την εξουσία στον αδερφό του, όπως είχαν συμφωνήσει. Εξοργισμένος ο Πολυνείκης φεύγει από τη Θήβα, καταφεύγει στο Άργος, παντρεύεται την κόρη του Άδραστου, βασιλιά του Άργους και με στρατό απ’όλη την Πελοπόννησο, εκστρατεύει εναντίον της Θήβας, απαιτώντας από τον αδερφό του να του παραδώσει την εξουσία.
Μαζί με τον Αργείτικο στρατό είναι και επτά στρατηγοί που θα επιτεθούν στις επτά πύλες τη Θήβας.
Κατά τη Αισχυλική εκδοχή, τα δυό αδέρφια, είχαν κλείσει στα υπόγεια του παλατιού τον πατέρα τους ,να μην κυκλοφορεί έξω, μήπως κι’ έτσι ξεχαστούν οι ‘’αμαρτίες’’ του. Εκείνος τους καταράστηκε ‘’με σίδερο να μοιραστούν την εξουσία’’.

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

ΕΤΕΟΚΛΗΣ—βασιλιάς της θήβας. Γιος του Οιδίποδα και της Ιοκάστης
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ—Κατάσκοπος του Ετεοκλή
ΧΟΡΟΣ  τον αποτελούν νέες γυναίκες της Θήβας
ΑΝΤΙΓΟΝΗ---ΙΣΜΉΝΗ Κόρες του Οιδίποδα και της Ιοκάστης..

……………………………………………………………….

ΤΟΥΣ   ΕΝΩΝΕΙ  Η  ΚΑΤΑΡΑ  ΤΟΥ  ΟΙΔΊΠΟΔΑ

ΤΟΥΣ  ΧΩΡΊΖΕΙ  ΤΟ ΠΑΘΟΣ   ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΊΑ.

Το δράμα εξελίσσεται  μέσα σε μια ατμόσφαιρα τραγικά εφιαλτική.
Επικρέμαται πάνω στην εξέλιξη της τραγωδίας :η κατάρα του Οιδίποδα, η ενοχή του Ετεοκλή που δεν παραδίδει την εξουσία, η ενοχή του Πολυνείκη που εκστρατεύει εναντίον της πατρίδας του..
Ολόκληρη η τραγωδία απ’την αρχή είναι δομημένη πάνω σ’ ένα καμβά κλιμακούμενης έντασης και αγωνίας.  Δεν υπάρχει ούτε μια χαραμάδα χαλάρωσης της έντασης, της αγωνίας που συνεχώς κλιμακώνεται,  μέχρι το μοιραίο τέλος.
Η  εξέλιξη του δράματος γίνεται εντός των τειχών της Θήβας. Ο Αργείτικος στρατός είναι έξω από τις πύλες της Θήβας .Δεν τον βλέπουμε σε όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του δράματος. Όμως οι περιγραφές  του Αγγελιοφόρου-Kατασκόπου με λεπτομέρειες και η μεταφορά των λόγων των Αργείων στρατηγών είναι τόσο ζωντανές , που είναι σαν να έχομε δεί τον Αργείτικο στρατό καθώς και τις προετοιμασίες του για την τελική μάχη.
Η  εξέλιξη της δράσης γίνεται μέσα στη Θήβα σε μέρος που θα πρέπει να υπάρχουν αγάλματα θεών και οι βωμοί τους.. Ο χώρος είναι ο ίδιος σε όλο το δράμα.
           …………………………………………………………………….

                                  ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΕΧΘΡΟΥ
Το δράμα αρχίζει με  λόγο-διάγγελμα του ΕΤΕΟΚΛΗ,  Είναι μόνος στη σκηνή. Τον φανταζόμαστε  να είναι ανεβασμένος σε κάποιο ύψωμα και να μιλάει στους πολίτες της Θήβας, Τους πολίτες ,δεν τους βλέπουμε , φανταζόμαστε να είναι σκορπισμένοι μέσα στην πόλη και  ν’ ακούν, με κομμένη την ανάσα   απ’την αγωνία, το λόγο του Ετεοκλή.
Ο  μάντης Τειρεσίας, τον έχει πληροφορήσει ότι σε χθεσινή σύσκεψη οι εχθροί αποφάσισαν να εξαπολύσουν γενική επίθεση και να καταστρέψουν την πόλη του Κάδμου. Έτσι θεώρησε καθήκον του, τις κρίσιμες αυτές στιγμές για την πόλη, ν΄ απευθυνθεί στο λαό και να του ζητήσει να μην υποκύψει στις απειλές των Αργείων
.
                     ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ      ΕΤΕΟΚΛΗ

Κάδμου  πολῑται, χρή λέγειν τά καίρια / ὅστις φυλάσσει πρᾶγος έν πρύμνηι  πόλεως /οἴακα νωμῶν, βλέφαρα  μη κοιμῶν ὕπνωι /εἰ μέν γάρ εὖ πράξαιμεν, αἰτία θεοῦ / εί δ’ αὖθ’, ὅ μη γένοιτο, συμφορά τύχοι /  Έτελοκλέης ἄν εἵς πολύς  κατά πτόλιν……………….Πολίτες της Θήβας, όποιος την πόλη κυβερνά /πρέπει στη κόψη να  μλάει  του καιρού / καθώς γερά κρατεί στη πρύμη το τιμόνι /χωρίς ο ύπνος να σφαλνά βλέφαρά του……….»χαρακτηριστικό της νοοτροπίας του Ετεοκλή είναι, να προλαβαίνει αιτιάσεις,  και μη ξέροντας πως θα εξελιχθεί η στρατιωτική περιπέτεια, αναφέρεται στην ευθύνη του ηγεμόνα και στην αχαριστία του πλήθους  «…….αν τα πράγματα πάνε καλά, θεού το θέλημα, αν, ο μη γένοιτο μας έβρει συμφορά, /απάνω στον Ετεοκλή της πόλης θα ξεσπάσει / θρήνος και κοπετός πολύς, αρές, κατάρες………………..» Στη συνέχεια του λόγου του κάνει ιδιαίτερη μνεία στη νεολαία της Θήβας, φιλοτιμώντας την ότι έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τη γη που τους θρέφει και σε συνέχεια τους ανδρώνει, με την απαίτηση ότι δεν θ’ αφήσουν τους ναούς των προγόνων τους χωρίς τιμές. Τους πληροφορεί, για το λόγο του μάντη, ότι σε χθεσινή σύσκεψη οι Αργείοι αποφάσισαν να κάνουν γενική εξόρμηση και να καταστρέψουν τη πόλη του Κάδμου. Αλλά όπως λέει,  «……όμως το κύρος των θεών προς τη μεριά μας / γέρνει τη πλάστιγγα της μάχης…»      Δεν βρίσκεται σε πλάνη, όταν έχει πείσει τον εαυτό του , ότι  είναι ταγμένος να κυβερνά την πόλη του Κάδμου; Υπερόπτης, δεν αισθάνεται καμιά ενοχή που δεν παρέδωσε, ως όφειλε, την εξουσία στον αδερφό του. Με πίστη στην ηγετική του ικανότητα, είναι έτοιμος να οδηγήσει τους Καδμίους σε νίκη κατά του εχθρού. Η  πατρική κατάρα δεν τον απασχολεί
   Με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα  και συνεπαρμένος από τη δύναμη, που νομίζει πως έχει, δίνει τη διάτα για γενική εξόρμηση «……….Στις επάλξεις ορμάτε και στις πύλες των πύργων /γεμίστε τα χαρακώματα κι’ αρματωθείτε / σκορπίστε πάνω στις στέγες, τις θύρες /φυλάχτε των εξόδων κρατάτε γερά / κι’ έχετε θάρρος, το πλήθος μη φοβάστε / των εχθρών και των επιδρομέων / ο θεός μας παραστέκει πάντα…….»  Για να μαθαίνει όμως τι πραγματικά γίνεται στο εχθρικό στρατόπεδο, έχει και τον κατάλληλο άνθρωπο,  τον Άγγελο-Κατάσκοπο. Είναι ο άνθρωπος ‘’κλειδί’’ που κατασκοπεύει τον εχθρικό στρατό,. Οι δικές του πληροφορίες, επισημάνσεις, περιγραφές, για τους έξω, καθορίζουν και  βοηθάνε τη δράση των μέσα.  Ο Κατάσκοπος, μπαίνει στο εχθρικό στρατόπεδο, μαθαίνει, και οι περιγραφές του είναι πάντα αντικειμενικές και πλήρεις. Ο  Αισχύλος τον παρουσιάζει σαν άνθρωπο ικανό να καταλαβαίνει το χαρακτήρα κάθε ανθρώπου, να τον περιγράφει και να καταλαβαίνει τις προθέσεις του. Δε θα μπορέσω να συμμεριστώ άποψη, ότι είναι ένα πρόσωπο που δεν παίζει κανένα ρόλο στην εξέλιξη του δράματος, ένα πρόσωπο διακοσμτικό. .Για την ενότητα της έντασης της δράσης, ο Αισχύλος,  χρησιμοποιεί
 ένα πρόσωπο που μπαινοβγαίνει στο εχθρικά στρατόπεδο  και με τις πληροφορίες που μεταφέρει, καθορίζει ο Ετεοκλής και τις δικές του κινήσεις.  Για τη σπουδαιότητα της ύπαρξης του Κατασκόπου μιλάει και ο ίδιος ο Ετεοκλής :  Έχω σπείρει κατασκόπους /ν’ανιχνεύσουν κι έχω πειστικές ενδείξεις / πως δεν έδρασαν ματαίως, θ’ ακούσω / τις αναφορές τους και δεν υπάρχει κίνδυνος / του δόλου να πατήσω την παγίδα.
Μόλις τελειώσει το διάγγελμά του ο Ετεοκλής μπαίνει στη σκηνή ο Άγγελος-Κατάσκοπος.

                      ΕΤΕΟΚΛΗΣ ,  ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΆΣΚΟΠΟΣ

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ  μόλις φτάσει, δεν περιμένει να τον ρωτήσει ο Ετεοκλής, αλλά αρχίζει αμέσως την αναφορά του.  « Ετεοκλή, παντοδύναμε των Καδμείων άναξ, / έφτασα φέρνοντας απ’ τον απέναντι στρατό  / σαφείς ειδήσεις………………….» Αρχίζει την περιγραφή των όσων είδε. Εφτά στρατηλάτες μανιακοί  έσφαξαν ταύρο σ ’ασπίδα  μέσα σιδερένια μαύρη, βάψανε τα χέρια τους με αίμα κι’ ορκίστηκαν ή να χαλάσουν συθέμελα την πόλη των Καδμείων ή να ποτίσουν τη γη με το ζεστό τους αίμα. Σαν άγρια θεριά βρυχώνται έτοιμοι να κατασπαράξουν τη λεία τους, συγχρόνως όμως, περιγράφει και άλλες αντίθετες σκηνές του στρατού «…….το άρμα του Αδράστου / με τα χέρια τους στολίζανε / και κρέμαγαν ενθύμια για τους γονείς τους / κι’ άλλα για την πατρίδα τους / και τρέχανε τα μάτια τους  /  το δάκρυ ποταμό. Όμως το στόμα τους / δεν άνοιξε ούτε μια φορά / να πεί παράπονο μεγάλο /φυσούσε σαν το πυρωμένο σίδερο / μες στην καρδιά τους πυρκαγιά….»
Η    περιγραφή αυτής της σκηνής, έχει μια  τρυφεράδα  και αύρα ζωής, μέσα στη σκοτεινή, άγρια, πολεμική ατμόσφαιρα, και γι’ αυτό και γίνεται πιο τραγική. Συνεχίζοντας, ο Άγγελος-Κατάσκοπος ,πληροφορεί ότι τους άφησε .όταν άρχισαν να βάζουν κλήρο, κι’ όποιος λαχνός κληρώσει στον καθένα θα καθορίσει και την πύλη που την ορμή της στρατιάς του θα δεχτεί.  «.. Ο  Άρης άστραφτε  λιοντάρι στη ματιά τους. Σου λέω την αλήθεια πάντοτε / και ο   χρόνος που δεν είναι οκνός το βεβαιώνει ………….Γρήγορα διάλεξε της πόλεως / τους πιο γενναίους  άντρες / και βάλε τον καθένα αντιμέτωπο / στις πύλες των εξόδων. / Ο πάνοπλος των Αργείων στρατός πλησιάζει. / /Προχωρεί, σα νέφος η σκόνη σκοτείνιασε / το παν λευκός αφρός / νοτίζει  τα χωράφια / καθώς τ’  αλόγατα καλπάζοντας φρουμάζουν…………Άδραξε εσύ, τη χαίτη του καιρού /κι’ εγώ για τ’ άλλα θα  φροντίσω…………Θα ξέρεις με σαφήνεια τι γίνεται / στα τείχη και θα’  χεις ασφαλίσει τα νώτα σου»


                                      ΙΚΕΣΙΑ ΤΟΥ ΕΤΕΟΚΛΗ
Όταν φύγει ο Άγγελος  Κατάσκοπος, ο Ετεοκλής ,βαθειά προβληματισμένος, αισθάνεται τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι πλησιάζει η ‘’τελική αναμέτρηση ‘’η αρχή του τέλους.          Η περιγραφή ,από τον Άγγελο Κατάσκοπο για την αγριότητα και αποφασιστηκότητα του εχθρού, δεν τον φοβίζει, αλλά  αχνά περνάει από το νού του η ‘’κατάρα του πατέρα του’’
«…Ω Ζευ και γη και πολιούχοι θεοί / Αρά κατάρα του πατέρα μου, / μεγαλοδύναμη Ερινύα / το σκάφος μη βουλιάξετε της πόλεως / όπου μιλούν ελληνική λαλιά…….»
(ομιλούν-- ελληνική λαλιά-δεν είναι λίγο περίεργη έκφραση; Οι Αχαιοί δεν μιλούσαν ελληνικά; Ίσως να υπήρχαν μικρές διαφορές τοπικού χαρακτήρα.  Αλλά ήταν Ελληνικά ) Θέλει ή δεν θέλει να πιστέψει ότι θα επαληθευθεί η ΄΄πατρική κατάρα’’;Την ονομάζει Ερινύα που σημαίνει ότι άρχισε μέσα του ν’ αχνοφένεται η
 υποψία της τιμωρίας.
Πάντως ,σύμφωνα με όσα λέει και ‘’πράττει’’ είναι καθαρό ότι τον έχει κυριεύσει το πάθος να ‘’άρχει’’ δεν το λέει ξεκάθαρα όπως ο Ετεοκλής στις ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ του Ευρυπίδη ,που δηλώνει ότι σε καμιά περίπτωση δεν παραδίνει την εξουσία γιατί την αγαπάει, ο Αισχύλειος Ετεοκλής στην ουσία , αυτό αισθάνεται και με ιδιαίτερη θέρμη
 παρακαλεί τους θεούς να βοηθήσουν τη γη του Κάδμου και να μην επιτρέψουν να δοκιμάσει ποτέ ζυγό δουλείας.  Τελειώνει η ικεσία προς τους θεούς «…..Στηρίξτε μας και προσδοκώ κέρδος διπλό: / όταν οι πόλεις ευτυχούν, θυμούνται τους θεούς στις προσευχές τους»
Ο Αισχύλος, με τέχνη κλιμακώνει την ένταση. O Αγγελος Κατάσκοπος  έχει αναφέρει ότι ρίχνουν κλήρο σε ποια πύλη ο κάθε στρατηγός θα πολεμήσει, τα ονόματα όμως δεν έιναι γνωστά και έτσι η αγωνιώδης αναμονή εντείνεται, Ο Ετεοκλής περίφροντις φεύγει για να πάει να ετοιμάσει την άμυνα της πόλης..
                             ΕΙΣΟΔΟΣ ΧΟΡΟΎ
Όταν φύγει ο Ετεοκλής, ορμάει ακατάστατα στη σκηνή ένα πλήθος γυναικών ουρλιάζοντας, από αγωνία, τρέχουν στη σκηνή πέρα- δώθε σαν κάποιος αόρατος εχθρός να τις κυνηγάει. Είναι ένα χορικό μοναδικό σε ρυθμό, πότε γρήγορο, πότε πιο ήσυχο. Περιγράφουν, οι θυγατέρες της Θήβας, εικόνες και σκηνές που δεν τους έχουν δει μόνες τους, αλλά, είτε τις φαντάζονται, είτε τις έχουν ακούσει από άλλους. Με απελπιστικές κραυγές τρέχουν προς στους βωμούς των θεών, ζητώντας να τις προστατέψουν . Ικετεύουν , κράζοντας του καθενός θεού το όνομα, ικετεύοντας, μην αφήσει να σκλαβωθεί η πόλη του Κάδμου . Σαν κυνηγημένα σμήνος πουλιών , ορμάνε μέσα στη σκηνή κραυγάζοντας
«Θρεῦμαι φοβερά μεγάλ’ἄχη
μεθεῖτε στρατός στρατόπεδον λιπών
ῥεῖ πολύς ὅδε λεώς πρόδρομος ἱππότας
αἰθερία κόνις μεπείθει φανεῖσ’
ἄναυδος σαφής ἔτυμος ἄγγελος
Φοβερά τα δεινά και μεγάλα και δέρνομαι
Στρατός  συνωθείται, αδειάζει το στρατόπεδο
των ιππέων το πλήθος πλημμυρίζει τους δρόμους
το σύννεφο της σκόνης που φάνηκε στον ουρανό
σκοτείνιασε τον κάμπο μας
και μαρτυρεί πειστικά με γλώσσα μουγγή
την πεντακάθαρη αλήθεια………..»
Τρέχοντας αλλόφρονες πάνω στη σκηνή προσπαθούν να βρούν κάπου προστασία φαντάζονται να ορμάει καταπάνω τους ο εχθρικός στρατός.
« ..Μια βουή τα τείχη τρυπάει
κι’ ο στρατός ορμά με τις λευκές ασπίδες.»
Σπαραχτικά υψώνονται  οι κραυγές της μοναξιάς που νοιώθουν
«Υπάρχει κανείς να με σώσει;
Υπάρχει θεός να συντρέξει;
Ελπίδα δεν έχω καμιά


Θεοί της χώρας πολιούχοι, ελάτε, όλοι
δέστε των παρθένων το πλήθος
που ικετεύει για να μη δουλωθεί.
Γύρω στην πόλη σαν κύμα κοχλάζει
πλήθος  αντρών με λοφία
κι ’ο Άρης μ ’ανέμων ριπές το θεριεύει.
Ω, Ζευ, Ζευ πατέρα παντοκράτορα
κάνε το παν να γλιτώσω την άλωση.
Αργείοι κυκλώνουν του Κάδμου τη πόλη.
Τρομάζω ν’ ακούω τα όπλα.
Στο στόμα των αλόγων
οι χαλινοί χτυπούν διψώντας αίμα.
Επτά πολεμάρχοι, κορυφές του στρατού,
κληρώθηκαν και προχωράνε πάνοπλοι
στης Θήβας τις εφτά πύλες.»
…………………………………
Συνεχίζουν το παραλήρημά τους ζητώντας προστασία από έναν έναν τους θεούς . Με ρυθμό γρήγορο και ακανόνιστο  πότε πότε  καθεμιά ξεχωριστά ,πότε  πότε όλες μαζύ, με τρόμο περιγράφουν όσα φαντάζονται ότι γίνονται έξω από τις πύλες της Θήβας,
«Όι όι
κρότους αρμάτων ακούω τριγύρω στην πόλη
ω Ήρα δέσποινά μου,
απ’ το βαρύ φορτίο ουρλιάζουν
τ’ αξόνια στους τροχούς
Άρτεμη σεβαστή
ο ουρανός μανίζει καθώς οι λόγχες τον κεντούν»
Τελικά  αποκαμωμένες, από τον τρόμο, την απελπισία, κάνουν μια τελευταία προσπάθεια να εισακουστούν από τους θεούς κουρνιάζουν όλες μαζί στ’αγάλματα των θεών και με πονεμένη φωνή τους ικετεύουν.
Ω παντοδύναμοι θεοί,
δώρημα τέλειο της γής μας
προστάτες των επάλξεων,
μην παραδώσετε την πόλη ντροπιασμένη
σ’ έναν αλλόγλωσσο στρατό.
Των παρθένων ακούστε τις προσευχές
καθώς εκλιπαρούν με χέρια υψωμένα.
Αγαπημένοι μας θεοί,
φανείτε και την πόλη μας λυτρώστε.
Δώστε σημάδια της στοργής σας
τις ιερές πανηγύρεις προστατέψτε,
γνοιαστείτε κι ελεήστε μας.
Μη λησμονήσετε ποτέ,
με πόσες τελετές και ποιες θυσίες
η πόλη μας σας τίμησε.—
ἰώ φίλοι δαίμονες,
λυτήροί [τ’]  ἀμφιβάντες πόλιν
δείξαθ’  ὡς φιλιπόλεις
μέλεσθαι θ’ ἱερῶν δημίων,
μελόμενοι δ’ άρήξατε
φιλοθύτων δε τοι πόλεος ὀργίων
μνήστορες ἔστε μοι»

Αυτό το χορικό είναι σαν μια εισαγωγή σ ’αυτά που θα επακολουθήσουν. Είναι επικεντρωμένο στη κατάσταση που επικρατεί σε μια πολιορκούμενη πόλη .Η ένταση, η απότομη αλλαγή των εικόνων και αισθημάτων, ο έξαλλος και γρήγορος παράφορος ρυθμός του λόγου, ακούγεται  σαν μια δυναμική ποικιλόμορφη μουσική σύνθεση. Αν και ολόκληρη η τραγωδία επικεντρωμένη σ’ ένα μόνο θέμα καθορίζει και ένα ανάλογο ρυθμό.
Πάντως πριν κλειστεί το θέμα της παρόδου θα πρέπει να αναφερθεί ότι ξυπνάει μνήμες και σε μας. Την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως την περιγράφει ο Στέφαν Τσβάιχ ή την πολιορκία του Μεσολογγίου, όπως την αφηγήται ποιητικά ο Διονύσιος Σολωμός ή τις τραγικές πολιορκίες συμμαχικών πόλεων από τους Γερμανούς Ναζί στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο του περασμένου αιώνα.

                             ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΤΕΟΚΛΗ
Έρχεται ο Ετεοκλής και με επιθετικό λόγο σταματάει τους ολολυγμούς και τις κραυγές του χορού «Εσάς ρωτώ, εσάς ανυπόφερτα πλάσματα /  είναι σωστά όλ’ αυτά;  Σώζουν την πόλη; / το ηθικό τονώνουν του στρατού / που πολεμά κλεισμένος μες τα τείχη;………..» Συνεχίζει τις επιθέσεις του κατά των γυναικών  ,θέλοντας να τις αναγκάσει να σωπάσουν . Δεν χάνει όμως και την ευκαιρία να επιτεθεί γενικά κατά της νοοτροπίας των γυναικών και εύχεται να μη βρεθεί κανένας κάτω από την ίδια στέγη με μια γυναίκα «……Νικάει; δε λέγεται το θράσος της,/ φοβάται ; φορτώνει δεινά / στο σπίτι και στην πόλη της………» βαριές είναι οι κατηγορίες κατά των γυναικών από τον Αισχύλο. Ο Ευριπίδης είναι  ο μισογύνης;
Τις απειλεί ότι αν δεν σωπάσουν τις περιμένει  «..θάνατος  με δημόσιο λιθοβολισμό…..»
Οι γυναίκες προσπαθούν να δικαιολογηθούν  για τους θρήνους ,τις κραυγές τρόμου για τα όσα γίνονται έξω από τα τείχη της πόλης που δεν τα βλέπουν αλλά τα αισθάνονται.
Ο θυελλώδης διάλογος ανάμεσα Ετεοκλή και χορού συνεχίζεται με τις δικαιολογίες από την πλευρά του χορού για τις κραυγές και ολολυγμούς,  ότι δεν μπορούν να ησυχάσουν, όσο αισθάνονται ότι η πόλη είναι περικυκλωμένη από εχθρικά στρατεύματα.
Η μεταφορά μιας στιχομυθίας ανάμεσα Ετεοκλή –χορού δείχνει πιο ζωντανά την κατάσταση
Ετεοκλής—Όταν ακούτε για νεκρούς και τραυματίες, /  Μην παραδίδεστε στον κοπετό. /Είναι μοιραίο Άρης πάντα / με των θνητών το αίμα ξεδιψά.
Χορός: Ακούω των αλόγων  το χλιμίντρισμα
Ετεοκλής: Ακόμα και αν ακούς καλά, κάνε πως δεν ακούς
Χορός: Μας κυκλώνουν ,στενάζουν της γης τα θεμέλια
Ετεοκλής: Κρατώ τον έλεγχο της κατάστασης και δε σου φτάνει;
Χορός: φοβάμαι  πολύ,  πιο δυνατά  βροντούν στις πύλες.
Ετεοκλής: Δε θα σωπάσεις να μιλάς τρομάζοντας την πόλη;
Χορός:    Ω  παντοδύναμοι θεοί, μην καταλύσετε τα τείχη
Ετεοκλή: Πανάθεμά σε δε θα σφαλίσεις το στόμα σου;
Χορός: Θεοί της πόλης, μην αφήστε να δουλωθώ
Ετεοκλής: Δουλώνεσαι  μονάχη σου, την πόλη δουλώνεις και μένα
Χορός:  Ω Ζευ, μεγαλοδύναμε τα βέλη σου ρίξε στους εχθρούς
Ετεοκλής: Ω Ζευ, γιατί  έφερες στον κόσμο τις γυναίκες;
Χορός:  Δύστυχο γένος, σαν άντρας πόλης που ρημάχτηκε.
Ετεοκλής:    Γυρίζεις λόγια και προσπέφτεις  ξανά στις εικόνες
Χορός: ο φόβος αρπάζει τη γλώσσα μου και δειλιάζω
Ετεοκλής:Παρακαλώ αν θέλεις πρόσεξέ με λίγο
Χορός: Αν γρήγορα μιλήσεις, θα μάθω κιόλας γρήγορα
Ετεοκλής: Σώπα, λοιπόν , ταλαίπωρη. Μην τρομάζεις τους φίλους.
Χορός: Σωπαίνω κι  ας υποστώ της μοίρας το γραμμένο με τους άλλους μαζί
Μια έντονη στιχομυθία που δίνει μια εικόνα της διαφοράς σκέψης και συμπεριφοράς Ετεοκλή και γυναικείου στοιχείου της πόλης των Θηβών που τελικά υποτάσσεται στην απαίτηση του Ετεοκλή να πάψουν τους θρήνους και ολολυγμούς και δηλώνουν καταπονημένες οι γυναίκες
« Σωπαίνω κι’ ας υποστώ της μοίρας το γραμμένο με τους άλλους μαζί»
Μετά τη ‘’συμφιλίωση’’ Ετεοκλή-χορού, ο Ετεοκλής τις προτρέπει όταν ακούσουν το δικό του τάμα ,τότε να ψάλλουν τον ιερό ολολυγμό «…..της αίσιας της έκβασης παιάνα / φωνή θυσίας-έθιμο βαθύ στους Έλληνες / που εμφυσά στους φίλους θάρρος /και καταλεί τον πανικό τη μάχης………………………………………………»
                                  ΤΟ  ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΤΕΟΚΛΗ
Εγώ στης χώρας τους πολιούχους θεούς / σ’ αυτούς που  εποπτεύον  την αγορά και τους αγρούς / στης Δίρκης τις πηγές / και στα νερά του Ισμηνού  / τάζω αν η πόλις σωθεί / κι’ αν μας συντρέξει η τύχη / αρνιά και ταύροι να σφαγούν / κι’ αίμα πολύ να τρέξει / και τους βωμούς θα βρέξει των θεών. / Όρκο θα πάρω πως θα υψώσω λάφυρα / μπήγοντάς τα με δόρατα / γύρω τριγύρω στων ναών τις ιερές τις στέγες…….»
Και αφού για ακόμα μια φορά τις συμβουλεύει να μην ‘’ρεκάζουν άγρια….» φέυγει για να πάει, όπως λέει, να διαλέξει έξη γενναίους μαχητές και μαζί μ’ αυτόν επτά για να τους στήσει στις πύλες των εξόδων. Και βιαστικός αφήνει τις γυναίκες του χορού για να ετοιμάσει την πόλη για τη μάχη.
                                ΧΟΡΙΚΟ
Οι γυναίκες του χορού μαζεμένες όλες μαζύ στους βωμούς των θεών τραγουδούν πονεμένα, χωρίς κραυγές, για τη ζωή που τις περιμένει αν νικηθεί η πόλη τους. Ένα σπαρακτικό τραγούδι για τους σκλαβωμένους λαούς που μπορεί να πάρει μια καθολικότερη σημασία.
«Μακάρι να μπορούσα τα βλέφαρα να κλείσω,
όμως ο φόβος ξαγρυπνά στην ψυχή μου,
η καρδιά μου γειτονεύει με τις μέριμνες
κι’ ολόγυρα φουντώνουν οι πυρές του τρόμου
για τον εχθρό που κύκλωσε τα τείχη μας.
Σαν την περίτρομη φοβάμαι περιστέρα,
όταν σιμώνουν ύπουλα τα φίδια στη φωλιά της.
Άλλοι σαν κύματα χτυπούνε τις επάλξεις
-----------τι με προσμένει;----------
Κι’ άλλοι λιθοβολούν από παντού
τον περικυκλωμένο λαό μας.
Σὠστε μας, τέκνα του Διός,
σώστε του Κάδμου το στρατό κι ’όλη την πόλη.

Άλλη τέτοια χώρα που θα βρείτε
ομορφότερη, αν αφήσετε στα χέρια
των εχθρών αυτό το χώμα το παχύ
το πόσιμα και πόσιμα της Δίρκης ύδατα
που μας παρέχει ο Ποσειδών ο κοσμοκράτορας
κι’ οι κόρες της Τηθύος Ωκεανίδες;
Ω πολιούχοι θεοί , ρίξτε τη νόσο τη δεινή
πάνω στον εχθρό, αυτή που παραλεί τα χέρια
και πέφτουνε τα όπλα καταγής.
Λυτρώστε την πόλη μας
και θα δεχτείτε του λαού
ευχαριστήριον ύμνο.
Καθίστε στα όμορφα στασίδια σας
κι’ ακούστε τις φωνές τις γοερές της ικεσίας.

Μα θάναι κρίμα κι’ άδικο
να κατεβεί στον Άδη , μια φούχτα στάχτη
 ρημαγμένη, δουλωμένη από το δόρυ του Αχαιού
μια πόλη που γεννήθηκε βαθιά μέσα στο μύθο.
Θ’ αντέξουν οι θεοί να δουν τέτοια ντροπή;
Νέες και γριές, αλίμονο,
θα σέρνονται απ’τα μαλλιά σαν άλογα
θ’ αδειάζει η πόλη , θα βοά
και μες στο χαλασμό
θα σμίγουνε φωνές λαού και μοιρολόγια.

Μοίρα βαριά με προσμένει και τρέμω.
Είναι να κλαις τις άγουρες παρθένες
που πριν την ώρα τη γλυκειά του γάμου
τη μαύρη στράτα θα διαβούν του βιασμού.
Πιο τυχερός , θαρρώ, πως θα’ ναι
ο σκοτωμένος.
Όταν η πόλη γονατίσει κουρσεμένη
χτυπούν οι συμφορές απανωτές.
Άλλος εδώ σκλαβώνει, άλλος εκεί σκορπά
το θάνατο κι’ άλλος πυρπολεί παντού.
Καπνός πυκνός την πόλη πνίγει.
Κι’ ο Άρης του χαμού λυσσομανά
και της ευλάβειας τα άνθη βεβηλώνει.

Χλαλοή μες στην πόλη κι’ αντάρα
Και γύρω μας πολιορκούν με πύργους.
Αντρας τον άντρα θανατώνει με το δόρυ,
ουρλιάζουν τα μωρά με ματωμένο στόμα
όταν απ’ το μαστό τα ξεκολλούν με  βία.
Ο άρπαγας δίπλα στον άρπαγα τρέχει,
ο φορτωμένος λάφυρα
το φορτωμένο συναντά
κι’  ο αδειανός καλεί το αδειανό
να τον συντρέξει στη λεηλασία
κανείς δεν συμβιβάζεται στα λίγα
κι’ όλοι δεν συμβιβάζονται στη δίκαιη μοιρασιά.
Τι θες και τι προσμένεις με τέτοια λογική;

Γεννήματα παντού στο χώμα.
Σε πιάνει το παράπονο να βλέπεις
τα μάτια της νοικοκυράς τα πικραμένα.
Χυμένες οι σοδειές κι’ ανάκατες
περνάει το κύμα των εχθρών και τις σκορπάει.
Αιχμάλωτες γυναίκες στη σκλαβιά αμάθητες
του νικητή θα στρώνουν το κρεβάτι
κι’ ελπίδα μοναχή στη δυστυχία τους
τη νύχτα του θανάτου θα προσμένουν
από το κλάμα των δεινών να τις λυτρώσει»
Ολόκληρο αυτό το πονεμένο χορικό με ρεαλισμό και με γνώση , για τις συμφορές που προκαλούν οι πόλεμοι στους λαούς,   μιλώντας  με τη γλώσσα της ποίησης, παίρνει καθολική σημασία
Όσοι έζησαν στις πόλεις  υπό κατοχή των ναζί,  θα θυμούνται ότι παρόμοια  κατάσταση επικρατούσε και τότε.
Το θλιβερό μοιρολόι του χορού, σταματάει όταν η κορυφαία του ενός ημιχορίου αναγγέλει την άφιξη του Άγγελου κατασκόπου ,και η κορυφαία του άλλου ημιχορίου λέει: Μα να κι’ ο άναξ, του Οιδίποδος γιός, / πάνω στην ώρα φτάνει / απ’τον κατάσκοπο να μάθει τα νεότερα.
Απ’  βιασύνη του μπερδεύονται τά βήματά του.
                 

ΕΤΕΟΚΛΗΣ,  ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ,  ΧΟΡΟΣ

Ο Αγγελος-Κατάσκοπος με ικανοποίηση δηλώνει ότι τώρα τα ξέρει όλα τι γίνεται στο εχθρικό στρατόπεδο και είναι έτοιμος να  πληροφορήσει τον Ετεοκλή ποια είναι η ατμόσφαιρά στο εχθρικό στρατόπεδο και ξέρει  πως κλήρωσε ο λαχνός για τον καθένα στρατηγό .Δεν περιμένει να τον ρωτήσει ο Ετεοκλής και αρχίζει αμέσως . Πάντως εκείνο που κάνει εντύπωση το μίσος των Αργείων εναντίον των Θηβαίων, απειλούν ότι θα την εξαφανίσουν τελείως τη Θήβα. Τα σχήματα που έχει ο καθένας χαραγμένα στην ασπίδα του είναι απειλιτικά. Σε χρονική διάρκεια αυτή η σκηνή είναι μεγάλη αλλά έχει τόση ένταση, αγωνία μαζί με τραγικότητα, που προκαλεί ρίγος .Πρόκειται για ανθρώπου που σε λίγο θα σκοτώσουν ή θα σκοτωθούν. Το κορύφωμα της τραγικότητας της τραγωδίας. Σε κάθε όνομα που αναφέρει ο κατάσκοπος που θα είναι στην κάθε πύλη, ο Ετεοκλής αναφέρει ποιος Θηβαίος θα τον αντιμετωπίσει
Έτσι περνάνε στη σειρά τα ονόματα αυτών που μετά την μάχη ίσως να μη ζήσουν.
Στο κάθε όνομα που αναφέρει ο Αγγελος-Κατάσκοπος, ακούγεται η φωνή του Ετεοκλή που με αποφασιστηκότητα και περηφάνεια  λέει το όνομα του Θηβαίου στρατηγού που θ’αντιπαρα-
ταχθεί στον Αργίτη στρατηγό.
Ο Άγγελος-Κατάσκοπο αναφέρει ότι
Στην πύλη του Προίτου ο κλήρος έπεσε στον Τυδέα. Θ’ αντιπαραταχτεί ό γιός του Αστακού ο Μελάνιππος κρατάει από το γένος των Σπαρτών.
Στην πύλη της Ηλέκτρας κληρώθηκε ο Καπανέας, θ’ αντιπαραταχτεί ο Θηβαίος Πολυφόντης προστατεύομενος της θεάς Άρτεμης.
Στην πύλη Νηίστιες πύλες κληρώθηκε ο Ετέοκλος. Θ’ αντιπαραταχτεί ο Μεγαρέας γιός του Κρέοντα, απόγονος των Σπαρτών.
Στις πύλες όγκας Αθηνάς κληρώθηκε Ιπποδέμων. Θ’ αντιπαραταχτεί ο Υπέρβιος γιός του Οίνοπος
Στη βόρεια πύλη κοντά στον τύμβο του Αμφίονος κληρώθηκε ο Παρθενοπαίος. Θ’ αντιπα-
ραταχτεί  ο Άκτωρ αδερφός του Υπέρβιου.
Στην πύλη Ομολωίδα κληρώθηκε ο μάντης Αμφιάραος. Θ’ αντιπαραταχτεί ο Λασθένης.
Εκτός από την παράθεση των ονομάτων των Αργείων στρατηγών, ο Αγγελος-Κατάσκοπος περιγράφει και τις τρομερές εικόνες που είναι χαραγμένες στις ασπίδες του καθώς και τις απειλές που ξεστομίζουν εναντίον της Θήβας. Αυτά δεν πτοούν τον τολμηρό και γενναίο Ετεοκλή που με απαξιωτικό  και χλευαστικό τρόπο απαντάει σε όσα περιγράφει ο Αγγελος-Κατάσκοπος. Γίνεται μια ιδιαίτερη αναφορά στον μάντη Αμφιάραος που χωρίς τη θέλησή του ακολούθησε το στρατό του Άδραστου και ήξερε ότι θα πεθάνει εκεί στη Θήβα. Πριν ξεκινήσει η μάχη κάκισε υπαίτιο για πλήθος συμφορές τον Τυδέα. Γυρίζοντας στον Πολυνείκη τονίζοντας καμπανιστά τα δυό συνθετικά του «Πολύ-Νείκη» του λέει  «  Θεάρεστο έργο λες κι’ ωραίο/ να το ιστορούν και να τ’ ακούν /  τ’ αγγόνια σου/ πως κούρσεψες την πόλη τη γενέθλια/ και τους ναούς των θεών/ φέρνοντας ξένο στράτευμα; Υπάρχει Δικαιοσύνη// που θα σφουγγίσει σε μια μητέρα/ τις πηγές των δακρύων; Όταν τη γη των πατέρων σου/ από το στόμα περάσεις μαχαίρας,/ πως θα ζητήσεις πια να γίνει η γη ετούτη/ σύμμαχός σου;/
Η αναφορά του Αγγελου-Κατασκόπου στην περίπτωση του Αμφιάραου ο Ετεοκλής στέκεται σκεπτικός λέγοντας « Ω μοίρα των ανθρώπων φτερωτή/πως σμίγεις αδιάκριτα /τους δικαίους με τους ασεβείς/σ’ αυτό τον κόσμο…………»
Ο χορός ακούγοντας τις περιγραφές του Άγγελου-Κατάσκοπου για τις προετοιμασίες του εχθρού για να επιτεθεί στη Θήβα , με όλη τη δύναμη της ψυχής τους απευθύνονται στους θεούς .   «Εισακούστε, θεοί/τις δίκαιες ικεσίες μας/και χαρίστε τη νίκη στην πόλη/Ας πέσουν στα κεφάλια/των δεινών επιδρομέων/της άγριας μάχης οι πληγές./Ας ρίξει ο Ζεύς τον κεραυνό/έξω απ τα τείχη/κι ας αφανίσει το παν.»
Ηρθε η στιγμή  που όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν, σε ποια πύλη θα στηθεί ο Πολυνείκης.
Ο Πολυνείκης, αναφέρει ο Αγγελος-Κατάσκοπος, φοβερίζει με κατάρες, θ’ ανέβει λέει στις επάλξεις και θ’ ανακηρυχτεί άρχοντας παιάνα ψάλλοντας της άλωσης. Και η θα χτυπηθεί με τον Ετεοκλή και πλάι του θα πέσει νεκρός, αφού πρώτα τον σκοτώσει ή ζωντανό θα τον στείλει εξορία αφού τον ντρόπιασε μ’  αυτόν τον τρόπο. Χαρακτηριστική  είναι η στρογγυλή καινούργια ασπίδα του που πάνω της έχει μια ζωγραφιά με δύο μορφές. Ολόχρυσος πολεμιστής οδηγεί μια γυναίκα που προπορεύεται και την ονομάζει Δικαιοσύνη και χαραγμένα γράμματα που γράφουν «φέρνω ξανά τον άντρα αυτόν στα πατρικά του σπίτια και στην πόλη του. «…..τώρα εσύ γνωρίζεις/ποιόν θα του στείλεις αντίπαλο,/Κήρυκας είμαι, μη με κατηγορείς/για το περιεχόμενο των λόγων μου,/ Ευθύνομαι για τη μορφή μονάχα./Εσύ κοίταξε τώρα/της πόλης το καράβι πως θα κυβερνήσεις»
                                 Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΤΕΟΚΛΗ
Όταν τελειώσει ο Άγγελος-Κατάσκοπος τον λόγο του, ακολουθεί μια παγερή σιωπή.
Σε λίγο ακούγεται σκοτεινή βραχνή φωνή, σαν να έρχεται από το παρελθόν, η φωνή του Ετεοκλή, που μιλάει αργά,  σαν να θέλει να συνειδητοποιήσει  βαθιά, τη σημασία κάθε συλλαβής       « ὦ  θεομενές τε καί θεῶν μέγα στύγος/ὦμοι πατρός δή νῦν ἀραί τελεσφόροι…
Ω του Οιδίποδος γενιά/γενιά δεινών δακρύων/ω μισημένη των θεών/ ω, συ, που τράβηξες  τον κεραυνό/της θεϊκής μανίας/αλίμονό μου,/τώρα τελεσφορούν οι πατρικές κατάρες……»
 Στον πρόλογο το θέμα της πατρικής κατάρας τον περνάει χωρίς να δίνει καμιά ιδιαίτερη σημασία, τώρα τον νιώθει να βαραίνει απάνω του.
Όμως δεν στέκεται και πολύ σε τέτοιους συλλογισμούς η κατάσταση απαιτεί δράση. Συνέρχεται και με μια ορμητική ζωτικότητα και αποφασιστηκότητα θα βαδίσει το δρόμο, που όπως πιστεύει, δεν τον έχει χαράξει η  μοίρα του, αλλά η δική του θέληση. Με παθιασμένο μίσος μιλάει για τον αδερφό του. Μπορεί και θέλει ν’ αναμετρηθεί μαζί του μέχρι την τελική εξόντωση.  Κραυγάζοντας για να τ’ ακούσουν όλοι «……τούτοις πεποιθώς εἶμι καί ξυστήσομαι/
αὐτός, τις ἄλλος μᾶλλον ἐνδικώτερος;/ἄρχοντί τ’ ἄρχων και κασιγνήτωι  κάσις,/ἐχθρός σύν ἐχθρώι στήσομαι…….Αυτά πιστεύω εγώ/κι’ απέναντι του θα σταθώ./Ποιος άλλος πιο πολύ το δικαιούται;/Άρχων απέναντι στον άρχοντα,/εχθρός στον εχθρό/ και αδερφός στον αδερφό αντίκρυ……»
Το δράμα έχει φτάσει στη τραγικότερη στιγμή .Ο χορός προσπαθεί να τον μεταπείσει να προσέξει γιατί «…..των αδελφών ο αλληλοσπαραγμός/δεν έχει καθαρμό στον αιώνα»
Ο Ετεοκλής έχει πάρει την απόφασή του και δεν δέχεται ούτε να τη συζητήσει με το χορό «……..αν πρέπει να περάσεις/καταμεσής τον κίνδυνο,/κοίταξε να περάσεις /χωρίς να ντροπιαστείς…………..»
Ο  ALBIN LESKY για την απόφαση του Ετεοκλή να χτυπηθεί με τον αδερφό του γράφε «….
..διπλή όψη μια μοιραίας πράξης: η εκτέλεση είναι αναγκαία και ωστόσο, όταν πραγματοποιείτε με τη βούληση του εκτελεστή, αποτελεί   φοβερή διαταραχή της κοσμική τάξης …»
Ο REGENBOGEN –συνόψισε σωστά το νόημά της: Ο Ετεοκλής ξεκινά για τον αδελφοκτόνο αγώνα, επειδή θέλει και επειδή πρέπει.
Ο χορός εξακολουθεί την προσπάθεια για να του αλλάξει  την απόφαση, όμως πια δεν είναι ο Ετεοκλής που ήταν, μέσα του έχει γίνει κάποια αλλαγή. Ένα παραλήρημα πόνου και βαθιά μελαγχολία αποπνέει τώρα ο λόγος του. Δεν μπορεί να ξεφύγει το πεπρωμένο. Αυτή η αλλαγή σκέψεων και αποφάσεων του Ετεοκλή έχει μια τραγική διάσταση. Συνειδητοποιεί  ότι ο Απόλλων ωθεί το γένος του Λάιου στην καταστροφή.
«Αφού ο θεός ωθεί τα πάντα προς το τέλος/το γένος του Λαίου σύσσωμο/το μισημένο του Απόλλωνος ,ας το σηκώσει αναιμική/κι’ ας πάει να βρεί στον Άδη/τη ρεματιά του Κωκυτού»
Η απάντησή του, στο χορό που του λέει «Πόθος ωμός σε παροτρύνει/να δρέψεις τον πικρό καρπό/σ’ ανόσια τελετή/αδελφικό να χύσει αίμα» είναι, ότι η μελανή κατάρα του πατέρα του  παραστέκει και του ψυθιρίζει πως θάνατος είναι το ύστατο κέρδος. Ο  χορός προσπαθεί έστω και την ύστατη στιγμή να τον σταματήσει διαβεβαιώνοντας τον ότι κανείς δεν θα τον πεί δειλό. Όμως το πρόβλημα του Ετεοκλή πια δεν είναι θέμα δειλίας ή παλικαριάς. Αυτά τα έχει ξεπεράσει. Το μίσος των θεών για τη γενιά του Λάιου, οι πατρικές κατάρες με σίδερο να μοιραστούν την εξουσία επικρέμονται  πάνω στις τύχες των παιδιών του Οιδίποδα .
Ο Ετεοκλής θέλει και μπορεί να βαδίσει μόνος στο πεπρωμένο αισθάνεται βαθειά όπως λέει «Μας έχουν πιά/παραμελήσει οι θεοί./Μόνο τη χάρη του θανάτου μας χρωστάμε./Δεν έχει νόημα το χάρο να χαϊδεύω»  Είναι έτοιμος να καλοσωρίσει το χάρο
Όσο και αν το πιέζει ο χορός ν’  αλλάξει γνώμη και να μην βαδίσει προς την έβδομη πύλη ,αντιστέκεται ,γιατί είναι σίγουρος ότι «Τις συμφορές που δίνουν οι θεοί,/δεν τις γλυτώνεις»
Ετσι οι δυό γιοί του Οιδίποδα μπλεγμένοι σε μια μοιραία αλληλεξάρτηση βάδισαν προς το θάνατο έρμαια μιας κατάρας και μιας τιμωρίας για ανυπακοή προς  στου θεούς.
Οι δυό απόγονοι του Οιδίποδα σπρωγμένοι από τη θεϊκή βούληση για πράξη ενσωματώνουν τη θεϊκή βούληση στις δικές τους επιθυμίες . Τελικά πράττουν γιατί  « έτσι πρέπει και γιατί έτσι θέλουν»

                                  ΧΟΡΙΚΟ
Όταν φύγει ο γιός του Οιδίποδα, για να κάνει το στερνό του δρόμο προς την αδελφοκτόνα σφαγή, ο χορός θλιμμένα ιστορεί τη ζωή της γενιάς του Λάιου ,την τραγική μοίρα των δύο αδερφιών. Όταν πέσουν σφαγμένοι και οι δυό από αδελφικά χέρια, αναρωτιέται ο χορός/  
«…….ποιός καθαρμός και ποιο λουτρό/το μίασμα θα ξεπλύνει;/Ω της γενιάς καινούργιες συμφορές/και πώς με τις παλιές τις συμφορές/θα σμίξετε;»
Φοβούνται μήπως η πόλη νικηθεί και με αγωνία τραγουδούν.
Σαν κύμα της θαλάσσης τα δεινά.
Περνάει το ένα και τ ’ άλλο σηκώνεται
ως τρεις οργιές ψηλά και το σκαρί
της πόλεως στην πρύμνη το χτυπά παφλάζοντας.
Υψώνεται το κάστρο μας  ανάμεσα
δέχεται τα χτυπήματα κι’ αντέχει ακόμη.
Τρέμω μήπως η πόλη δαμαστεί
μαζί με τους μοιραίους βασιλιάδες»
Προχωρώντας τη σκέψη τους στη μοίρα γενικά των ανθρώπων που πορεύονται μέσα στη ζωή χωρίς να υποψιάζονται ποτέ τι μπορεί να τους συμβεί μέχρι το τέλος της ζωής του.ἐτσι
«Ποιόν άλλον άντρα θαύμασαν
οι  πολιούχοι μας θεοί
και πλήθος ο λαός στην αγορά της πόλης;
Μονάχα τον Οιδίποδα
που λύτρωσε τη χώρα μας
απ ’το φριχτό κι ’ανθρωποφάγο τέρας
Όταν μαύρος στα στερνά φωτίστηκε
και γνώρισε τον μιαρό του γάμο
αφόρητα πονώντας τόλμησε
με την καρδιά παράφορη
διπλές τι συμφορές του να τελέσει.
Τα δυό του μάτια τ’ ακριβά
που πιο πολύ κι από τα τέκνα λαχταράμε
ξερίζωσε με χέρια πατροκτόνα, ανόσια.»
Σε συνέχεια αναφέρουν τη πατρική κατάρα που έριξε στου γιούς του ο Οιδίπους με σίδερο να μοιραστούνε το βιός τους στο χρόνο τον τακτό και τώρα ο χορός  φοβάται μήπως έφτασε ο τακτός χρόνος της καταστροφής .  «……………Και τώρα τρέμω μήπως τελέσει το γραφτό/η γρηγορούσα Ερινύα.» Η  αναφορά στα περασμένα αγχώδη γεγονότα  και η αγωνία για την έκβαση του πολέμου που μπορεί να σημάνει την υποδούλωση της πόλης των Θηβών έχουν δημιουργήσει ατμόσφαιρα αγωνίας, απελπισίας.

                      ΕΙΣΟΔΟΣ ΑΓΓΕΛΙΟΦΌΡΟΥ-ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΥ
Κι  ενώ ο χορός βρίσκεται στην αγχώδη ψυχική κατάσταση. Έρχεται τρέχοντας  και φωνάζοντας  χαρούμενος ο Άγγελος-Κατάσκοπος
« Θάρρος, ευγενικών μητέρων θυγατέρες./η πόλη γλίτωσε απ’ της  δουλείας το ζυγό/ οι κομπασμοί χαθήκαν στον αέρα./Γαλήνη παντού βασιλεύει/της πόλεως το πλοίο, /που δέχτηκε σφοδρό/της τρικυμίας το σάλο,/άντεξε και δε βούλιαξε./Κρατούν γερά τα τείχη / οι μονομάχοι μας ακλόνητοι / τις πύλες φράξα και τις έσωσαν……………”
Ο Αγγελιοφόρος-Κατάσκοπος δεν τέλειωσε την αφήγηση των γεγονότων υπάρχουν ακόμα
κι’ άλλα  αλλά είναι θλιβερά «…….η γη το αίμα χόρτασε της αλληλοσφαγής/Σκοτώθηκαν ο ένας απ’ το χέρι του άλλου. …..η μοίρα τους κοινή/αυτή που γκρέμισε χωρίς φειδώ το γένος τους……..η πόλη νίκησε/κι’ οι δυο της στρατηγοί /με σκυθικό σφυρήλατο μαχαίρι /τον πατρικό τους κλήρο μοίρασαν / Τώρα τους φτάνει τόση γη,/όση χρειάζεται κι ο τάφος τους, /που γέμισε με τις φρικτές/ κατάρες του πατρός τους…………………………….»

Το χορικό που επακολουθεί μετά τη ρήση του Αγγελιοφόρου-Κατάσκοπου είναι ένα σπαραχτικό, μακρόσυρτο, μοιρολόι …..Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε νεκρική πομπή με μοιρολόγια που μοιράζονται εξ ίσου τα δύο ημιχόρια……»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου